Επίλυση συγκρούσεων – διαχείριση συναισθημάτων

Οι  συγκρούσεις  είναι  αναπόφευκτο  κομμάτι  των  ανθρώπινων  σχέσεων. Εμφανίζονται στην προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, με διαφορετική ένταση και σημαντικότητα για τη ζωή μας την κάθε στιγμή. Σύγκρουση,  είναι  μια  αισθητή  διαμάχη  μεταξύ  δύο  ή  περισσοτέρων ατόμων γύρω από θεωρούμενες ασυμβίβαστες διαφορές, πάνω σε πεποιθήσεις, αξίες και στόχους ή γύρω από διαφορές στις επιθυμίες για εκτίμηση, έλεγχο και σύνδεση.

Η σύγκρουση, λοιπόν, είναι μια διαμάχη αντίθετων δυνάμεων. Είναι η διαμάχη ανάμεσα σε δυο αντιτιθέμενες πλευρές, δυο αντίθετες θέσεις, απόψεις ή ανάγκες. Αν εστιάσουμε στο χώρο εργασίας, μία σύγκρουση  μπορεί  να  μοιάζει  με  αντιπαράθεση  ανάμεσα σε προϊστάμενους και υφιστάμενους γύρω από θέματα άδειας και χρονοδιαγραμμάτων.  Στην οικογένεια, μπορεί να μοιάζει με μια διαφωνία που εντείνεται με τον καιρό και αφορά τον προϋπολογισμό της οικογένειας, τι προτεραιότητες θα δοθούν σε έξοδα.

Η  εμφάνιση  μιας  σύγκρουσης  σημαίνει,  καταρχήν,  την  ύπαρξη  μιας σχέσης και, κατά συνέπεια, την αλληλεξάρτηση των δύο ή περισσότερων πλευρών. Μέσα  σε  αυτό  το πλαίσιο  της  αλληλεπίδρασης,  μπορεί  να  προκύψουν  πιθανές  συγκρούσεις. Αν, για παράδειγμα, μέσα στο χώρο εργασίας, ο καθένας μπορούσε να κάνει τη δουλειά του εντελώς ανεξάρτητα από τους άλλους, δεν θα υπήρχε λόγος για σύγκρουση. Αυτό, όμως, σπάνια συμβαίνει.

Οι συγκρούσεις έχουν πάντοτε και μια συναισθηματική πτυχή. Η σύγκρουση είναι μια συναισθηματική διεργασία που μπορεί να γεννήσει έντονα  συναισθήματα  και  στις  δυο  πλευρές.  Αντίθετα  με  την  κοινή πεποίθηση ότι η σύγκρουση γεννά κυρίως θυμό και επιθετικότητα, οι συγκρούσεις για τους περισσότερους ανθρώπους γεννούν συναισθήματα στενοχώριας, αγωνίας, εγκατάλειψης και λύπης.

Οι συγκρούσεις που αντιμετωπίζουμε κινούνται σε τρία επίπεδα ταυτόχρονα. Είναι διαπροσωπικές, δηλαδή συγκρούσεις ανάμεσα σε δυο ανθρώπους. Είναι και εσωτερικές, δηλαδή συγκρούσεις ανάμεσα σε δυο δικές μας εσωτερικές πλευρές/φωνές. Είναι και κοινωνικές, δηλαδή συγκρούσεις ανάμεσα σε κοινωνικούς ρόλους.

 

Πιθανά Οφέλη μιας Σύγκρουσης

Συγκρούσεις που μένουν άλυτες, που αγνοούνται με την ελπίδα ότι έτσι  θα  σβήσουν  και  θα  εξαφανιστούν,  μπορεί  να  αφήσουν  κάποιον με την αμήχανη αίσθηση ότι υπάρχουν άλυτα θέματα, με δυσκολία σε μια φιλία ή σχέση, με χαμηλή παραγωγικότητα, με θυμό, αρρώστια ή άγχος.

Από την άλλη, όταν μια σύγκρουση επιλύεται, ο άνθρωπος γίνεται πιο αποδοτικός, ενδυναμώνεται. Το κλίμα στη σχέση γίνεται πιο ευχάριστο και πολλές φορές μπορεί να κάνει την επικοινωνία πιο ουσιαστική.

Μια σύγκρουση που αντιμετωπίζεται με εποικοδομητικό τρόπο δημιουργεί οφέλη και για τους δυο ανθρώπους. Έτσι:

  • Γνωρίζει κανείς τον εαυτό του και τον άλλον καλύτερα.
  • Νιώθει  ότι  μπορεί  να  εισάγει  νέες  ιδέες  και  ότι  η  ομάδα τον ακούει.
  • Νιώθει ότι η ομάδα μπορεί να συνθέσει διαφορετικές απόψεις.
  • Βελτιώνει τις δεξιότητες επικοινωνίας του.
  • Ανακαλύπτει καινούριες πλευρές του εαυτού του.
  • Μειώνει τη συσσώρευση του στρες.
  • Ανακαλύπτει ή/και επεκτείνει τα όρια της δύναμής του.
  • Μαθαίνει να σέβεται τις διαφορές με τους άλλους ανθρώπους.
  • Ζει, εργάζεται μέσα σε μια πιο ευχάριστη ατμόσφαιρα.

 

Συγκρούσεις στο σχολείο

Στο πλαίσιο της σχολικής τάξης μπορούν να εμφανιστούν συγκρούσεις μεταξύ των

μαθητών, μεταξύ των μαθητών και του εκπαιδευτικού, καθώς και μεταξύ των γονέων και του εκπαιδευτικού. Οι συγκρούσεις αυτές μπορούν να πάρουν διάφορες μορφές ανάλογα με τα αίτια που τις δημιουργούν. Ανάλογα με την εξέλιξη και την ένταση των  συγκρούσεων  προκύπτουν  επιπτώσεις  που  παρουσιάζουν  στοιχεία  είτε  θετικά είτε αρνητικά.

Οι συγκρούσεις ως προς την μορφολογία τους είναι πολλών ειδών:

  • Διαπροσωπικές συγκρούσεις

Πρόκειται  για  συγκρούσεις  που  εμφανίζονται  ανάμεσα σε  άτομα  της  ίδιας  ομάδας, όπως  ανάμεσα  στους  μαθητές  της  σχολικής  τάξης.  Αυτό  συμβαίνει όταν  διακατέχονται  από  το  αίσθημα  της  αποξένωσης  από  την  ομάδα.  Συνεπώς,  τα άτομα  αυτά,  αισθάνονται  ότι  δεν  ανήκουν  στην  ομάδα  και  δεν  συμμετέχουν  στις κοινές  δραστηριότητες.

  • Ομαδικές συγκρούσεις

Έχουν  να  κάνουν  με  συγκρούσεις  οι  οποίες  αναπτύσσονται  ανάμεσα  σε  διάφορες ομάδες  μεταξύ  των  μαθητών  μέσα  στη  σχολική  τάξη.  Οι συγκρούσεις  αυτές  αφορούν  κάποιες  ασυμβατότητες,  διαφωνίες,  διαφορές  ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα  άτομα  της  ίδιας  ομάδας,  με  αποτέλεσμα  να  επηρεάζουν  την ομαλή λειτουργία και οργάνωση της εκάστοτε ομάδας.

  • Διομαδικές συγκρούσεις

Υφίστανται  μεταξύ  τμημάτων  ή  ομάδων  μέσα στη  σχολική  μονάδα,  εξαιτίας  των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων για τις ομάδες αυτές. Σε ένα περιβάλλον που

διέπεται  από  στερεότυπα,  η  μία  ομάδα  βλέπει πάντα στην άλλη ομάδα μόνο τα αρνητικά χαρακτηριστικά  της  και  προσπερνάει  τα  θετικά. Ακόμα, στην  κατηγορία αυτήν  εμπλέκονται  και  οι  εθνικιστικές  –  φυλετικές  συγκρούσεις  που  είναι καταστρεπτικές για την ομάδα.

Στις περισσότερες περιπτώσεις συγκρούσεων στα σχολεία, ο τρόπος με τον οποίο

συμπεριφέρεται  ο  μαθητής  μπορεί  να  προειδοποιήσει  τον  εκπαιδευτικό  για  την επικείμενη εκδήλωση βίαιων επεισοδίων.  Τα σημάδια που προειδοποιούν για τον κίνδυνο εμφάνισης του σχολικού εκφοβισμού σύμφωνα με τη βιβλιογραφία είναι τα εξής:  κοινωνική απομόνωση, συναισθήματα απόρριψης και μοναξιάς, συναισθήματα θυμού που δεν μπορούν να ελεγχθούν,  χαμηλά επίπεδα ενδιαφέροντος για το σχολείο και κακή σχολική επίδοση, βίαιη μεταχείριση στο σπίτι, έκφραση της επιθετικότητας σε γραπτά κείμενα και σκίτσα, παρελθόν βίαιης και επιθετικής συμπεριφοράς, προβλήματα πειθαρχίας, δυσανεξία για τη διαφορετικότητα και προκαταλήψεις, κατανάλωση ναρκωτικών και αλκοόλ,  συναναστροφή με συμμορίες, ακατάλληλη πρόσβαση σε επικίνδυνα αντικείμενα, σοβαρές απειλές βίας.

Ένας από τους παράγοντες που πολλές φορές μας αποτρέπουν από το να εστιάσουμε σε μια σύγκρουση είναι η σύνδεσή της με τη βία. Για πολλούς  ανθρώπους,  οι  δυο  αυτές  έννοιες  (σύγκρουση  –  βία)  είναι ταυτόσημες.  Αυτό  τους  αποτρέπει  από  το  να  δώσουν  την  απαιτούμενη σημασία στις συγκρούσεις. Η βία, όμως, είναι μόνο ένα στάδιο κλιμάκωσης της σύγκρουσης. Η σύγκρουση ξεκινά ως διαφορά, αυξάνεται σε ένταση στη σχέση και, σε επόμενο στάδιο, γίνεται μια διαμάχη. Αν αυτή η διαμάχη διαρκέσει στο χρόνο και δεν επιλυθεί, θα οδηγηθεί σε σύγκρουση. Η μη αντιμετώπιση της σύγκρουσης κάνει τη σχέση να διέλθει το κατώφλι της βίας και να εξελιχθεί σε διακοπή της σχέσης.

Αίτια των σχολικών συγκρούσεων είναι τα προβλήματα στην επικοινωνία, οι ατομικές διαφορές, το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, το φύλο, οι κλίκες των μαθητών, ο ανταγωνισμός, το άγχος, μαθητές με ιδιαιτερότητες, μαθητές με συναισθηματικές διαταραχές, η ανάρμοστη συμπεριφορά και τα σοβαρά προβλήματα πειθαρχίας, το στάδιο της ανάπτυξης των παιδιών που ονομάζεται εφηβεία. Το άτομο σε αυτό το στάδιο της ζωής του, χαρακτηρίζεται από ξεσπάσματα, ασυγκινησία, αντιδραστική και εχθρική στάση  προς  τους  άλλους,  εναντίωση  προς  κάθε  μορφή  εξουσίας  και  έλλειψη αυτοπεποίθησης. Τέλος,  το  φύλο  και  η  εθνικότητα  επηρεάζουν  και αυτά τους μαθητές και τους ωθούν σε επεισόδια βίας και επιθετικότητας.

Κάθε σύγκρουση εμπλέκει και συναισθήματα όλων των πλευρών. Τα συναισθήματα συχνά μπλοκάρουν την ικανότητα να διαχειριστεί κάποιος το θέμα. Ο μόνος που μπορεί να διαχειριστεί τα συναισθήματα είναι ο ίδιος ο φορέας τους: δεν μπορούμε να αναγκάσουμε έναν  άνθρωπο  να  μη  νιώθει  ένα  συναίσθημα.  Αλλά  μπορούμε  να  τον ακούσουμε, να δημιουργήσουμε χώρο για να το εκφράσει. Αυτό, πολλές φορές, βοηθά στην αποκλιμάκωση των συναισθημάτων και, στη συνέχεια, πιθανώς να είναι και πιο ελεύθερος να διαχειριστεί το θέμα.

Όλα τα συναισθήματα είναι χρήσιμα. Ας δούμε μερικά από τα δύσκολα συναισθήματα που αναδύονται συχνά στις συγκρούσεις και συχνά δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε:

Θυμός: Όταν εκφράζεται με τρόπο κατάλληλο, αποτελεί κινητήρια δύναμη για αλλαγή. Αν μείνει ανέκφραστος, μετατρέπεται σε οργή και οδηγεί σε έκρηξη. Μπορεί να γίνει καταστροφικός, αν εκφραστεί με λάθος τρόπο ή σε λάθος στιγμή. Πολλές φορές κατηγορούμε τους άλλους για το θυμό μας. Αυτός είναι ένας από τους τρόπους που χάνουμε τη δύναμή μας και μας δημιουργείται η αίσθηση του αδιεξόδου. Από την άλλη, είναι και ένας τρόπος να δείχνουμε στο άλλο πρόσωπο ότι κάτι που κάνει δεν μας είναι αποδεκτό.

Αγανάκτηση: Η αγανάκτηση, συνήθως, ανταποκρίνεται σε ανέκφραστο θυμό. Όταν φτάσουμε σε αυτό το σημείο, συνήθως θεωρούμε τον άλλον υπαίτιο για αυτό που μας συμβαίνει. Είναι μια διεργασία αποσύνδεσης, κατά την οποία παίρνουμε απόσταση από τον άλλο και διατηρούμε την αίσθηση ότι έχουμε το δίκιο με το μέρος μας. Σε πολλές καταστάσεις, είναι πιο εύκολο να νιώσουμε αγανάκτηση παρά να αναλάβουμε τη ευθύνη που μας αναλογεί για να αλλάξουμε την κατάσταση.

Φόβος: Νιώθουμε φόβο όταν δεν έχουμε τον έλεγχο μιας κατάστασης, όταν αντιμετωπίζουμε το άγνωστο. Ο φόβος αναδύεται από την ερμηνεία μας του αναμενόμενου αποτελέσματος. Είναι βοηθητικό  να  ξεχωρίσουμε  τη  φαντασία  από  την  πραγματικότητα και να προχωρήσουμε με προσοχή. Ο φόβος μας προειδοποιεί για την αναγκαιότητα αυτής της προσοχής, να αναζητήσουμε βοήθεια, να μαζέψουμε πληροφορίες.

Ενοχή: Η ενοχή, που διαρκεί στο χρόνο, είναι από τα πιο αυτοκαταστροφικά συναισθήματα. Στην αρχική της μορφή είναι βοηθητική, γιατί μας κινητοποιεί να αναζητήσουμε την προσωπική μας ευθύνη, να αναρωτηθούμε για το πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο στη σχέση και  να  βρούμε  εναλλακτικούς  τρόπους  αντίδρασης.  Νιώθουμε  ενοχή όταν κάνουμε κάτι που διαφέρει από τις προσδοκίες μας από τον εαυτό μας και υποδεικνύει την πιθανότητα ύπαρξης μιας πιο χρήσιμης αντίδρασης. Ακόμη κι αν δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι για την παρούσα κατάσταση, μπορούμε να μάθουμε έναν διαφορετικό τρόπο για το μέλλον.

Οι  τεχνικές  επίλυσης  των συγκρούσεων είναι:

α. Ο αμοιβαίος σεβασμός

Μέσω  αυτού  οποίου  επιτυγχάνεται  η  συμμόρφωση  και  η  αρμονία  στη σχολική τάξη. Ο εκπαιδευτικός είναι καλό να μην διαπληκτίζεται με τους μαθητές, διότι παραβιάζει το σεβασμό προς το μαθητή, αλλά και να μην υποχωρεί διότι αθετεί τον  αυτοσεβασμό του. Μια  σημαντική επισήμανση είναι η κατανόηση και η συνειδητοποίηση  του  πραγματικό  λόγου  της  σύγκρουσης  καθώς  και  η  ανάληψη ευθυνών από την πλευρά του εκπαιδευτικού, για να γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίσει την κατάσταση. Ακόμα, στις συγκρούσεις μεταξύ των μαθητών, ο εκπαιδευτικός  βοηθά  τους μαθητές  να  λάβουν  μέρος  στη  λήψη  αποφάσεων  για  μία αμοιβαία συμφωνία και για τη σωστή διαχείριση και επίλυση αυτής.

β. Η συζήτηση

Η  ήρεμη  και  υπεύθυνη  συζήτηση  αποτελούν και αυτές με την σειρά  τους  τρόποι επίλυσης  των  διαφορών,  χωρίς  να  προκαλούνται  συγκρούσεις.  Η  συζήτηση  είναι καλό να αποτελεί ένα αναπόσπαστο μέρος του ωρολογίου προγράμματος της τάξης και  όχι  να  γίνεται  περιστασιακά,  όποτε  προκύπτει  κάποιο  πρόβλημα.  Οι  ομαδικές συζητήσεις βοηθούν τους μαθητές να νιώθουν άνετα με τους εαυτούς τους αλλά και με  το  γενικότερο  περιβάλλον  της  τάξης.  Οι  συζητήσεις  προάγουν  τον  αμοιβαίο σεβασμό,  την  αλληλοβοήθεια,  τη  συμμετοχή  και  τη  συνεργασία.

γ. Η τεχνική του συμβιβασμού

Στην  τεχνική  αυτήν,  τα  αντιμαχόμενα  μέλη  διατηρούν  τις  διαφορές  τους,  ωστόσο υποχρεώνονται  σε  μια  συμβιβαστική  λύση.  Με  την  χρήση  του  συμβιβασμού  δεν υπάρχουν  ούτε  νικητές  ούτε  ηττημένοι.  Η  τεχνική  αυτή  αποτελεί  έναν  απλό τρόπο διευθέτησης  των  συγκρούσεων  μέσα  στη  σχολική  τάξη.  Ο συμβιβασμός χρησιμοποιείται όταν οι στόχοι των αντιμαχόμενων μελών μπαίνουν σε δεύτερη  μοίρα  ή  όταν  οι  προσωπικότητες  και  των  δύο  μελών  είναι  το  ίδιο  ισχυρές. Στην  τεχνική  κυριαρχεί  το  μοτίβο  του  «πάρε – δώσε»  και προάγεται η αμοιβαία εκπλήρωση των στόχων. Ωστόσο,  καμία  πλευρά  δεν ικανοποιείται  ολοκληρωτικά,  κι  αυτό  είναι  το  αδύναμο  σημείο  της  τεχνικής.

δ. Η τεχνική της αντιπαράθεσης

Με  την  τεχνική  αυτήν υπάρχει   ανοιχτή  και  άμεση  επικοινωνία  μεταξύ  των  μελών που  συγκρούονται. Σε  αυτή τα  μέλη  παίρνουν  κάποιες  πληροφορίες  για  την σύγκρουση  που  δημιουργήθηκε  και  μπαίνουν  στην  διαδικασία  να  μελετήσουν εναλλακτικές  λύσεις  που  αποβλέπουν  στο  κοινό  όφελος  για  την  επίλυση  της συγκρουσιακής  κατάστασης  που  δημιουργήθηκε. Σύμφωνα  με  την  τεχνική  αυτήν,  ένα  τρίτο  πρόσωπο  που  διαθέτει  κύρος  και  πειθώ, βοηθάει  τα  αντιμαχόμενα  μέλη,  με  σκοπό  να  εξαφανίσουν  τις  διαφωνίες  τους. Η επιτυχία της εξαρτάται και από το  είδος  του  προβλήματος  και  την  προσωπικότητα  των  αντιμαχόμενων  μελών.

ε. Η τεχνική της ενσωμάτωσης

Η  τεχνική  της  ενσωμάτωσης χαρακτηρίζεται  από  εποικοδομητικό  διάλογο,  συνεχή ανταλλαγή  πληροφοριών  και  μελέτη  των  διαφωνιών,  ώστε  να  βρεθεί  μια  κοινά αποδεκτή  λύση.  Η  στρατηγική  αυτή  προωθεί  την  αποτελεσματική  επίλυση  των συγκρούσεων  και  την  επιτυχή  ολοκλήρωση  των  διαδικασιών  και  των δραστηριοτήτων της τάξης. Απαραίτητη προϋπόθεση για την  εφαρμογή  της,  εκτός  από  τη  στάση  του  δασκάλου,  ο  οποίος  πρέπει  να  είναι εξοικειωμένος  με  τα  προβλήματα  που προκύπτουν στο χώρο της τάξης και να τα θεωρεί ως αναπόσπαστο μέρος της, είναι η προθυμία του μαθητή να συμμορφωθεί με τους  κανόνες  του  σχολικού  περιβάλλοντος.  Παράλληλα,  η  ενσωμάτωση  θεωρείται κατάλληλη  για  την  ένταξη  των  περιθωριοποιημένων  μαθητών  στο κοινωνικό περιβάλλον της τάξης.

στ. Η τεχνική της διαμεσολάβησης

Ορίζεται ως η τεχνική στην οποία εμπλέκεται ένα τρίτο πρόσωπο, το οποίο παρεμβαίνει για  να  συμβάλει  στην  επίλυση  της  συγκρουσιακής  κατάστασης  μεταξύ  των αντικρουόμενων  μελών.  Η  χρήση  της  δεν  περιορίζεται  μόνο  σε  προβλήματα  που αφορούν  τη  σχολική  τάξη,  αλλά  επεκτείνεται  και  στο  γενικότερο  περιβάλλον  του σχολείου. Σκοπός  της  διαμεσολάβησης  είναι  να αντιμετωπίσει  τις  σχολικές  συγκρούσεις,  βοηθώντας  τα  εμπλεκόμενα  μέλη  να εξαλείψουν τις διαφορές τους και να βρουν λύσεις, οι οποίες θα είναι σύμφωνες με τις κοινές τους επιδιώξεις. Η τεχνική αυτή πραγματοποιείται και εφαρμόζεται μέσω συγκεκριμένων  και  κατάλληλων  βημάτων,  τα  οποία  οργανώνει  ένα  τρίτο  άτομο,  ο διαμεσολαβητής.  Ο  διαμεσολαβητής  στοχεύει  στην  εύρεση  λύσης,  μέσα  από συζήτηση  με  τα  δύο  αντικρουόμενα  μέλη,  χωρίς  να  κατηγορεί κάποιο  από  αυτά. Επομένως,  η  συζήτηση  γίνεται  σε  συνθήκες  αμοιβαίου  σεβασμού  και  αμοιβαίας κατανόησης.  Τα  στάδια  που  ακολουθεί  για  την  επίλυση  της  οποιαδήποτε συγκρουσιακής κατάστασης είναι τα εξής:

  • Αναζητεί κατάλληλο και άνετο χώρο για συζήτηση
  • Εξηγεί στα  εμπλεκόμενα  μέλη  της  σύγκρουσης  τη  διαδικασία  και  τους κανονισμούς που πρέπει να τηρηθούν για την ομαλή διεκπεραίωση της
  • Ακούει προσεκτικά και τις δύο πλευρές
  • Αναδεικνύει τα προβλήματα και τις ανησυχίες των μελών
  • Επικεντρώνεται στην εύρεση λύσης που προωθεί τα συμφέροντα και των δύο

πλευρών

  • Καταλήγει σε συμπεράσματα και συνεργάζεται και με τις δύο πλευρές

Επίσης,  ο  διαμεσολαβητής  κατά  τη  διεξαγωγή  της  συγκεκριμένης  διαδικασίας  που περιγράφηκε πρέπει να δίνει  προσοχή σε ορισμένα  σημεία. Αυτά  τα σημεία είναι:

  • Να προσέχει τον τόνο της φωνής του, ώστε να μην είναι επικριτικός και η γλώσσα του σώματος να μην είναι προκατειλημμένη και παρεξηγήσιμη
  • Να θέτει διερευνητικά ερωτήματα για την κατάσταση που προσπαθεί να αντιμετωπίσει, ώστε  να  ανακαλύπτει τα  ουσιαστικά  αίτιά  της,  για  να μπορέσει να δώσει αποτελεσματικότερες λύσεις
  • Να ανακεφαλαιώνει, με βάση τα στοιχεία που διαθέτει για να καταλήξει στο τελικό συμπέρασμα.

ζ. Η συστημική προσέγγιση

Η  συστημική  προσέγγιση  είναι  μία μέθοδος, η οποία επισημαίνει τη σύγκρουση ως μέρος του κοινωνικού περιβάλλοντος στο  οποίο  εμφανίζεται  και  περιλαμβάνει  κάποιες  επιμέρους  τεχνικές, όπως την τεχνική της αναπλαισίωσης. Σύμφωνα  με  την  τεχνική  αυτήν, στη  σύγκρουση  αποδίδεται  μία  άλλη  θετική ερμηνεία για την κατανόηση της. Στην αναπλαισίωση, δηλαδή, κάποιος βλέπει το πρόβλημα από άλλη οπτική γωνία. Τα  στάδια αυτής της τεχνικής είναι η αναλυτική περιγραφή της  σύγκρουσης, η  περιγραφή της μέχρι τώρα αντιμετώπισης της σύγκρουσης,  η  καταγραφή των  θετικών  στοιχείων από  τη μέχρι τώρα αντιμετώπιση της  σύγκρουσης,  η  ερμηνεία  της  συγκεκριμένης περίπτωσης με έναν άλλον εναλλακτικό και  θετικό  τρόπο  και  τέλος,  η  επιλογή μιας  θετικής  εναλλακτικής λύσης για την αντιμετώπιση της σύγκρουσης.

 

Η ύπαρξη της βίας στη ζωή των  παιδιών  είναι  συχνό  φαινόμενο,  εξαιτίας  των  καθημερινών  εμπειριών  και επιρροών  που  δέχονται  από  τα  λαθεμένα  πρότυπα  του  κοινωνικού  περιβάλλοντος.

Ο εκπαιδευτικός αμέσως μετά τη βίαιη αντίδραση είναι απαραίτητο να κάνει αυστηρή παρατήρηση στο μαθητή-θύτη ώστε να υφίσταται τις  συνέπειες,  όπως  για  παράδειγμα την αποκατάσταση  της  ζημιάς  που προκάλεσε. Ο μαθητής-θύτης πρέπει να κατανοήσει μέσα από κάποιες οργανωμένες δραστηριότητες, τις πράξεις του και τα αποτελέσματα που αυτές επιφέρουν. Τέλος, η ανάπτυξη της ενσυναίσθησης και του ενδιαφέροντος, τόσο για το θύτη όσο και για το θύμα,  έχουν  ως  αποτέλεσμα  τη συνεργασία  με  την  οικογένεια  και  την  δημιουργία φιλικών  και  θετικών  σχέσεων  με  τους  συνομηλίκους.

Ο πρωταρχικός στόχος της αποκλιμάκωσης της επιθετικής συμπεριφοράς είναι να μειωθεί το  επίπεδο  της  διέγερσης, ώστε να καταστεί δυνατή η  συζήτηση. Οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να ακούν με προσοχή τους εμπλεκόμενους σε περιστατικά βίας και εκφοβισμού, καθώς και να αποφεύγουν την επιβολή κυρώσεων σε αυτούς. Έπειτα, ο εκπαιδευτικός είναι καλό να λειτουργεί ως αντικειμενικός διαμεσολαβητής, ανάμεσα στους μαθητές, δίνοντας έτσι ιδιαίτερη προσοχή στις απόψεις των μαθητών.

Επιπρόσθετα, υπάρχουν και άλλες τεχνικές που μπορούν να οδηγήσουν τα άτομα που φιλονικούν  στην  αντιμετώπιση  της  επιθετικότητας. Μία  από  αυτές  είναι  η διαπραγμάτευση κατά την οποία τα άτομα συζητούν και προσπαθούν να βρουν λύση στη  διαφωνία  τους,  χωρίς  την  παρέμβαση  τρίτων.  Η  επόμενη  τεχνική  εφαρμόζεται από  τους  εκπροσώπους  των  εμπλεκομένων,  όπου  προσπαθούν  να  βρουν  λύση,  σε αντίθεση με τους εμπλεκόμενους που απλώς δέχονται τα αποτελέσματα της. Αυτή η τεχνική  ονομάζεται  διαιτησία.  Η  τρίτη  και  η  τελευταία  τεχνική  είναι  η  τεχνική  της

λήψης απόφασης με συναίνεση. Σε αυτήν την περίπτωση, είτε οι άμεσα εμπλεκόμενοι της  σύγκρουσης,  είτε  οι  εκπρόσωποί  τους,  ή  και  όλοι  μαζί  οργανώνουν  ένα  σχέδιο δράσης,  το  οποίο  έχει  πραγματοποιηθεί  μετά  από  συζήτηση  και  βρίσκει  σύμφωνες και τις δύο πλευρές.

Άλλη μια αποτελεσματική στρατηγική για την αντιμετώπιση του εκφοβισμού αποτελεί η επανορθωτική προσέγγιση, μέσω της οποίας ο εκπαιδευτικός επιδιώκει να επιφέρει μια  αίσθηση  τύψεων  στο  μαθητή  που  εκφοβίζει  και,  στη  συνέχεια,  τη  θέληση επανόρθωσης εκ μέρους του, ώστε να τον συγχωρέσει ο μαθητής που έπεσε θύμα του εκφοβισμού.

Η τιμωρητική μέθοδος επικεντρώνεται στο θύτη της βίαιης συμπεριφοράς και έχει ως στόχο τη συμμόρφωση του. Βέβαια, θεωρείται πως έχει αρκετές αρνητικές συνέπειες, γιατί δεν προωθεί τη συμμόρφωση και την υπακοή, αλλά αντίθετα οδηγεί στην ανυπακοή και στην ανεπιθύμητη συμπεριφορά και κατ’ επέκταση  στην  αναστάτωση  ολόκληρου  του  σχολείου.  Επίσης,  η  μέθοδος  αυτή μπορεί  να  οδηγήσει  στην  εκδήλωση  ψυχολογικών  προβλημάτων,  όπως  για παράδειγμα είναι το άγχος, ενώ η μακροπρόθεσμη εφαρμογή της μπορεί να οδηγήσει στην παύση του σχολείου.

Σε όλες αυτές τις πρακτικές, φυσικά, κύριος παράγοντας είναι η οικογένεια, η οποία θα  πρέπει  να  ενημερώνεται  για  την  εμφάνιση  της  ανάρμοστης  συμπεριφοράς. Επιπλέον,  στα  σοβαρά  προβλήματα  συμπεριφοράς  οι  γονείς  είναι  καλό  να υποστηρίζουν  και  να  συμμετέχουν  στο  πρόγραμμα  που  έχει  τεθεί  για  την αντιμετώπιση τους, ώστε να δρουν από κοινού με το σχολείο.

Οι εκπαιδευτικοί οφείλουν, με τη χρήση κατάλληλων στρατηγικών, να διασφαλίσουν ένα ασφαλές μαθησιακό περιβάλλον για τη διεξαγωγή της διδασκαλίας, με

τη  συλλογική  διατύπωση  κανόνων  συμπεριφοράς,  το  θετικό σχολικό κλίμα, τις θετικές διαπροσωπικές σχέσεις, την ενεργητική εμπλοκή των μαθητών στη μαθησιακή διαδικασία, τη συστηματική διδασκαλία κοινωνικών δεξιοτήτων.

Στην Ελλάδα του σήμερα υπάρχει έντονη ανησυχία της εκπαιδευτικής κοινότητας και των μαθητών σχετικά με το φαινόμενο βίαιης συμπεριφοράς ανάμεσα σε μαθητές. Τα σχολεία πρέπει να αναγνωρίσουν ότι οι συγκρούσεις είναι μια φυσιολογική διαδικασία και ότι πρέπει να αποτελούν έναν χώρο όπου εφαρμόζονται πάντα οι ίδιες δομημένες διαδικασίες διαπραγμάτευσης και διαμεσολάβησης από όλους. Το αποτέλεσμα θα είναι η ενδυνάμωση των μαθητών ως προς το να ρυθμίζουν και να ελέγχουν τόσο τις δικές τους ενέργειες, όσο και τις ενέργειες των συμμαθητών τους. Ένα τέτοιο περιβάλλον μπορεί να εξασφαλίσει την αναμόρφωση του σχολείου ως θεσμού και την ποιοτική αναβάθμισή του στα πλαίσια του κοινωνικού συνόλου.