Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΘΟΥΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Ο θάνατος αποτελεί το οριστικό τέλος μιας σχέσης που ο άνθρωπος έχει αναπτύξει. Όσο πιο ισχυρή και στενή ήταν η σχέση αυτή, τόσο πιο έντονος είναι και ο πόνος που βιώνει κάποιος. Πένθος είναι αυτός ακριβώς ο πόνος, η λύπη και η πικρία που νιώθουμε εξαιτίας αυτής της απώλειας και της ταυτόχρονης απουσίας.
Όλοι οι άνθρωποι βιώνουν κατά τη διάρκεια της ζωής τους απώλειες με ξεχωριστό, όμως, τρόπο ο καθένας. Αυτός εξαρτάται από την προσωπικότητα του ατόμου, το φύλο και την ηλικία του, τους ψυχικούς μηχανισμούς άμυνας που διαθέτει, τον τρόπο απώλειας του θανόντος, το είδος της απώλειας. Το χρονικό περιθώριο που απαιτείται για τη φυσιολογική διεργασία του πένθους μπορεί να κυμανθεί από δώδεκα μήνες έως δύο χρόνια.
Τα στάδια του πένθους που αποτελούν τις υγιείς ψυχικές αντιδράσεις του ατόμου που εκδηλώνονται καθώς προσπαθεί να αντιμετωπίσει την απώλεια είναι:
– Η άρνηση και το σοκ. Αρχικά ο άνθρωπος διαχειρίζεται μόνο όσα στοιχεία της απώλειας αντέχει. Έπειτα από την αποδοχή της πραγματικότητας, η άρνηση υποχωρεί, καθώς και η ψυχική δύναμη επανέρχεται σταδιακά.
– Ο θυμός, που κάνει το άτομο να νιώθει αδύναμο με αποτέλεσμα να οδηγείται σε οργισμένη αντίδραση απέναντι στην οικογένειά του, τους φίλους του, αλλά και το Θεό.
– «Η μαγική σκέψη». Εδώ εντάσσονται σκέψεις του ατόμου για όσα θα μπορούσαν να έχουν γίνει προκειμένου να αποφευχθεί η απώλεια, αλλά δεν έγιναν. Αυτές οι σκέψεις αναπτύσσουν τύψεις στον άνθρωπο για ενέργειες που δεν υλοποιήθηκαν.
– Η κατάθλιψη. Όταν οι πραγματικές διαστάσεις την απώλειας συνειδητοποιηθούν, τότε το άτομο μπροστά στη μονιμότητα της απουσίας αποσύρεται από κάθε δραστηριότητα, νιώθει έντονη λύπη, αντιμετωπίζει προβλήματα ύπνου.
– Η αποδοχή. Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να συνεχίσει να ζει χωρίς το αντικείμενο της απώλειας και να αναπτύξει άλλες φιλικές σχέσεις, αντιμετωπίζοντας περισσότερο αισιόδοξα τη ζωή.
Δεν είναι απαραίτητο να περάσουν όλα αυτά τα στάδια όλοι όσοι βιώνουν μία εμπειρία πένθους. Η χρονική διάρκεια καθενός ποικίλει από λίγα λεπτά έως κάποιους μήνες. Ειδικά όταν πρόκειται για παιδιά, τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα και στη διαχείριση του πένθους εμπλέκονται και άλλοι παράγοντες, όπως η ηλικία και το φύλο του παιδιού, ο τρόπος θανάτου και η σχέση του παιδιού με τον απόντα, η στάση της υπόλοιπης οικογένειας απέναντι στο γεγονός.
Στη βρεφική ηλικία και έως τα δύο έτη τα παιδιά δεν αντιλαμβάνονται την απώλεια, αλλά μπορούν να αισθανθούν τη θλίψη που επικρατεί στο σπίτι. Θεωρούν αναστρέψιμο το θάνατο και αναμένουν τα πράγματα να επανέλθουν στην αρχική τους κατάσταση έπειτα από λίγο. Γι’ αυτά ο θάνατος συνιστά μία μορφή εγκατάλειψης.
Στην προσχολική ηλικία το παιδί αντιλαμβάνεται την απώλεια, αλλά δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει έννοιες, όπως το προσωρινό και το μόνιμο. Συχνά μπορεί να ερμηνεύει το θάνατο ως αποτέλεσμα δικών του σκέψεων, δράσεων ή και συναισθημάτων. Έτσι, τα συναισθήματα ενοχών πολλαπλασιάζονται όπως και οι ερωτήσεις του παιδιού στους ενήλικες. Αυτές έχουν ως στόχο να αντιληφθεί το παιδί το θάνατο και να καθησυχάσει τον εαυτό του. Τα συναισθήματα του παιδιού, όπως και οι αντιδράσεις του, είναι έντονα, αλλά δε διαρκούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Περιλαμβάνουν τη θλίψη, το θυμό, το φόβο και τον πανικό. Οι αλλαγές που το γεγονός της απώλειας επιφέρει γίνονται τώρα αντιληπτές από τη μεταβολή της καθημερινής ρουτίνας, όπως οι διατροφικές συνήθειες και ο ύπνος.
Στη σχολική ηλικία το παιδί κατανοεί πια την απώλεια σαν κάτι έντονο και μόνιμο, ενώ, συγχρόνως, εξαιτίας της αναπτυγμένης φαντασίας του, εκδηλώνει φόβο για το θάνατο άλλων αγαπημένων του προσώπων, αλλά και του εαυτού του. Εντούτοις, εξακολουθεί να διατηρεί παράλληλα και την ελπίδα για ανατροπή των δεδομένων και αναστρεψιμότητα του θανάτου. Τα παιδιά αυτού του ηλικιακού σταδίου, θεωρώντας το θάνατο αναπόφευκτο γεγονός, αρχίζουν να βιώνουν φοβίες, όπως και έντονο άγχος για την προσωπική τους ασφάλεια και τη σωματική τους ακεραιότητα. Παρουσιάζονται, έτσι, ενδεικτικά συμπτώματα, όπως μείωση των σχολικών επιδόσεων, διαταραχές ύπνου και διατροφής, προκλητική συμπεριφορά.
Στην εφηβεία το άτομο συνειδητοποιεί ότι ο θάνατος είναι αναπότρεπτο μέρος της ζωής όλων μας και βιώνει ανάλογα συμπτώματα θλίψης με αυτά των ενηλίκων. Παρουσιάζει, συχνά, μία γενικότερη παλινδρόμηση, απομόνωση, κατάθλιψη, που τουλάχιστον για το πρώτο διάστημα θεωρείται φυσιολογική. Πιθανόν να βιώνει οργή προς το Θεό, τη μοίρα, τους γιατρούς. Δεν είναι σπάνια και η ακραία αντιμετώπιση του πένθους με την παραβατική συμπεριφορά και τη στροφή στη λήψη ναρκωτικών ουσιών.
Το πένθος εκδηλώνεται στα κορίτσια κυρίως ως θλίψη, άγχος και συναισθηματική δυσχέρεια. Τα αγόρια επιχειρούν να εκτονώσουν τη θλίψη με επιθετικές, κάποτε, συμπεριφορές. Χρειάζεται, συνεπώς, προσοχή τόσο στην αντιμετώπιση της εσωτερίκευσης του πένθους όσο και στις ακραίες αντιδράσεις που αυτό μπορεί να προκαλέσει, προκειμένου να αποφευχθούν μόνιμες ψυχικές δυσλειτουργίες.
Σημαντική επίδραση στον τρόπο που βιώνει το πένθος το παιδί έχει και ο τρόπος που θρηνούν για την απώλεια και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Η απόκρυψη της θλίψης τους για το γεγονός απ’ τους μεγάλους ή και οι ακραίοι οδυρμοί μόνο δυσανάγνωστα μηνύματα μπορούν να εκπέμψουν στα παιδιά. Είναι προτιμότερο οι ενήλικες να δείξουν στα παιδιά πως το πένθος είναι ένας πόνος που με την πάροδο του χρόνου θα υποχωρεί, αφήνοντας πίσω του μόνο τις θετικές εικόνες του προσώπου που χάθηκε. Η στήριξη των συγγενών ή και των πολύ κοντινών φίλων μπορεί να βοηθήσει στην προσπάθεια αυτή.
Η αντιμετώπιση του πένθους απ’ το παιδί περιλαμβάνει διάφορα στάδια. Προηγείται η ανακοίνωση της απώλειας του οικείου προσώπου, που χρειάζεται να γίνει από ένα κοντινό πρόσωπο κι όχι από έναν άγνωστο. Η ειλικρίνεια και η σαφήνεια στο τι έχει συμβεί είναι απαραίτητη. Λέξεις, όπως «έφυγε», «ταξίδεψε στον ουρανό», κλπ. δημιουργούν σύγχυση στο μυαλό του παιδιού. Τα γεγονότα πρέπει να του παρουσιαστούν απλά και κατανοητά και να αποφευχθούν οι πολλές λεπτομέρειες. Χρειάζεται, όμως, να του δοθεί, παράλληλα, η διαβεβαίωση ότι οι γιατροί έκαναν ό,τι μπορούσαν για να βοηθήσουν. Παρά την ψυχική αστάθεια και τον πόνο που οι μεγάλοι διέρχονται την ώρα του θανάτου ενός αγαπητού προσώπου, το παιδί χρειάζεται να διαφυλαχτεί από την έντονη θλίψη με την παροχή της υπόσχεσης ότι δε θα πάψουν να βρίσκονται δίπλα τους και να τα βοηθούν. Η συνδρομή των οικείων, συγγενικών και φιλικών, προσώπων, είναι απαραίτητη σ’ αυτήν την προσπάθεια.
Ακολούθως, τίθεται ο προβληματισμός της συμμετοχής του παιδιού ή όχι στη διαδικασία της ταφής. Οι παλαιότερες απόψεις ότι η διαδικασία αυτή αποτελεί τραυματική ψυχική εμπειρία και πρέπει να αποφεύγεται απ’ το παιδί ή, αντίθετα, ότι επιβάλλεται η συμμετοχή σ’ αυτή, ως τελευταίος αποχαιρετισμός στον θανόντα, σήμερα έχουν αντικατασταθεί από τη θέση ότι η απόφαση εξαρτάται από την περίπτωση. Αν το παιδί είναι πολύ μικρό, είναι μάταιη η συμμετοχή του στην τελετή αυτή, γιατί δε θα του ερμηνεύσει καμία απορία. Το ίδιο επικίνδυνη είναι και η συμμετοχή ενός παιδιού στην κηδεία ενός προσφιλούς ατόμου, του οποίου οι συγγενείς θα εκφράσουν ακραία τον πόνο και τη θλίψη τους. Σωστότερο είναι να ρωτήσουμε το ίδιο το παιδί αν θέλει να συμμετάσχει στη διαδικασία αυτή, αφού του εξηγήσουμε τι θα διαδραματιστεί σ’ αυτή. Το παιδί θα παρακολουθήσει εκείνα τα στάδια της κηδείας που επιθυμεί για να αποχαιρετήσει το νεκρό. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν πρέπει να το υποχρεώσουμε να συμμετάσχει, αν αντιστέκεται σ’ αυτό και αν επιθυμεί να θυμάται το πρόσωπο που εξέπνευσε όπως το γνώριζε.
Η καθημερινότητα των ενηλίκων πρέπει να διατηρηθεί και έπειτα από την απώλεια. Έτσι, το παιδί θα βιώσει μία αίσθηση ασφάλειας. Στις συχνές ερωτήσεις του για τον πιθανό θάνατο και άλλων αγαπημένων προσώπων, χρειάζεται να δίνονται λογικές απαντήσεις κι όχι υποσχέσεις για την αιώνια παραμονή στη ζωή. Οι συζητήσεις για το νεκρό βοηθούν στο να ξεκαθαριστούν τα συναισθήματα τόσο των ενηλίκων για το νεκρό όσο και του παιδιού. Είναι ανάγκη να παροτρύνεται από τους μεγάλους το παιδί να εξωτερικεύσει τα συναισθήματα και τον πόνο του, να τα μοιράζεται μαζί τους και να ενισχύεται με τη διαβεβαίωση ότι τα συναισθήματά του αυτά είναι φυσιολογικά και ότι η αγάπη που όλοι νιώθουν για τον θανόντα δε θα σβήσει με το πέρασμα των χρόνων. Η ανάμνηση του προσώπου που χάθηκε μπορεί να κρατηθεί ζωντανή με την από κοινού παρακολούθηση με το παιδί βίντεο ή και το ξεφύλλισμα φωτογραφιών όπου πρωταγωνιστεί ο εκλιπών.
Στο σχολείο επιβάλλεται να ενημερωθεί ο δάσκαλος, ώστε να προσαρμόσει τη συμπεριφορά του στα στάδια του πένθους που διέρχεται το παιδί και να του προσφέρει χρόνο για να αναπτύξει τις ικανότητές του που επηρεάζονται από το πένθος και που προσωρινά έχουν ανασταλεί. Χωρίς να αποβεί πιεστικός, ο εκπαιδευτικός χρειάζεται να διαμορφώσει το κατάλληλο κλίμα, ώστε να εκφράσει το παιδί τα συναισθήματά του και να διευκολυνθεί στην αποκατάσταση της ψυχικής του σταθερότητας.
Η επούλωση του εσωτερικού τραύματος που η απώλεια δημιουργεί σ’ ένα παιδί γίνεται σταδιακά. Αν, παρά το πέρασμα των μηνών, η ψυχική διάθεση του παιδιού δεν αλλάζει, τότε η επικοινωνία με κάποιον ειδικό κρίνεται απαραίτητη για να αποκατασταθεί η ισορροπία, αλλά και η κοινωνικότητα του ατόμου.
Σε κάθε περίπτωση, το αίσθημα της απώλειας και η διαδικασία του πένθους είναι δύσκολα για ένα παιδί. Το πιο σημαντικό είναι το παιδί να αισθάνεται πως υπάρχει πάντα δίπλα του κάποιος που το αγαπάει και το φροντίζει και πως αυτή η σχέση δεν πρόκειται να διαταραχτεί παρά το μοιραίο γεγονός που συνέβη.